Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013
Κυριακή 19 Μαΐου 2013
Στους δεκαπέντε συντρόφους (Nazim Hikmet)
Δεν κλαιν τα μάτια
που συνήθισαν
φωτιές να βλέπουν.
Οι αγωνιστές
περήφανα κρατούν ψηλά το αστέρι τους
δε σκύβουν
το κεφάλι
Καιρό
να κλαίμε τους συντρόφους
δεν έχουμε.
Αλλά το τρομερό σας κάλεσμα
είναι μες στην ψυχή μας
κ' οι δεκαπέντε σας καρδιές
θα χτυπούν μαζί μας.
Το σιγαλό βογγητό σας
κρούει τ'αυτιά μας
ως βροντή αντιλαλώντας
σαν προσκλητήριο.
Κόσμε που έχεις παλιώσει
θα γίνης στάχτη
είναι γραφτό σου
να συντριβής.
Και δε μπορείς
σκοτώνοντας
τους συναγωνιστές μας
να μας λυγίσης.
Ξέρε το
κι αν ακόμη οι θυσίες μας
θα'ναι βαρειές
νικητές θα βγούμε.
Μαύρη θάλασσα
γαλήνεψε τα κύματά σου
Θα 'ρθη κ' η μέρα
που λαχταρήσαμε
της ειρήνης
και της ελευθερίας
Θα 'ρθη η μέρα
που θ' αρπάξουμε
τις βαμμένες
στο αίμα μας
λόγχες.
που συνήθισαν
φωτιές να βλέπουν.
Οι αγωνιστές
περήφανα κρατούν ψηλά το αστέρι τους
δε σκύβουν
το κεφάλι
Καιρό
να κλαίμε τους συντρόφους
δεν έχουμε.
Αλλά το τρομερό σας κάλεσμα
είναι μες στην ψυχή μας
κ' οι δεκαπέντε σας καρδιές
θα χτυπούν μαζί μας.
Το σιγαλό βογγητό σας
κρούει τ'αυτιά μας
ως βροντή αντιλαλώντας
σαν προσκλητήριο.
Κόσμε που έχεις παλιώσει
θα γίνης στάχτη
είναι γραφτό σου
να συντριβής.
Και δε μπορείς
σκοτώνοντας
τους συναγωνιστές μας
να μας λυγίσης.
Ξέρε το
κι αν ακόμη οι θυσίες μας
θα'ναι βαρειές
νικητές θα βγούμε.
Μαύρη θάλασσα
γαλήνεψε τα κύματά σου
Θα 'ρθη κ' η μέρα
που λαχταρήσαμε
της ειρήνης
και της ελευθερίας
Θα 'ρθη η μέρα
που θ' αρπάξουμε
τις βαμμένες
στο αίμα μας
λόγχες.
Nazim Hikmet (1921)
Παρασκευή 3 Μαΐου 2013
Ο Δρόμος
Μακρύς και άδειος δρόμοςΒαδίζω στο σκοτάδι, σκοντάφτω και πέφτω
Σηκώνομαι και βαδίζω τυφλός, τα πόδια μου
Πατούν στις πέτρες και στα ξεραμένα φύλλα
Κάποιος πίσω μου βαδίζει κι αυτός πάνω στις
πέτρες και στα φύλλα:
Αν σταματήσω, σταματά κι αυτός
Αν τρέξω, τρέχει κι αυτός. Γυρίζω: κανείς
Όλα σκοτεινά και άδεια
Γυρίζω και ξαναγυρίζω σε αυτά τα στενά
Που δε βγάζουν πάντα στο δρόμο
Κανείς δε με περιμένει, κανείς δεν ακολουθεί
Ψάχνω έναν άνθρωπο που σκοντάφτει
Σηκώνεται μόλις με δει και λέει: κανείς
Octavio Paz
από το
Σύντομα Ποιήματα
Επιλογή-Απόδοση Αντώνης Μακρυδημήτρης
Εκδόσεις Ταξιδευτής
Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013
Här är Balkan
Πόλη τρομερή. Αυτός ο γάμος πόλης και νερού είναι που χαρίζει αυτήν την ομορφιά. Και ο κόσμος όμορφος. Ποτέ δε μου άρεσαν οι ξανθιές. Εκεί άλλαξα γνώμη.
Πήγαμε στους γνωστούς του Κώστα. Είχε εστιατόριο ο φίλος. Αμάνικο, τατού, πρώην ποινικός, νυν εστιάτορας. Γαμώ τα παιδιά. Άρχιζε να μου θυμίζει ταινία του Fatih Akin.
Το βράδυ κανόνισε η αδερφή του φίλου να βγούμε έξω. Οπότε φέρνει τις 2 κολλητές της. Μία από Τουρκία και μια από Κουρδιστάν. 2ης γενιάς και αυτές.
Έχουμε ορέξεις με τον Κώστα και αρχίζουμε να πίνουμε. Θυμάμαι κάναμε ένα σκωτζέζικο κόλπο. Για να πίνουμε πιο πολύ. Και ασύστολα. Ρίχναμε ένα κέρμα των 5 πεννών μέσα στο ποτήρι. Έπρεπε να πιεις την μπύρα μονορούφι για να σου έρθει το κέρμα στα χείλη. Και μετά είχες το δικαίωμα να το βάλεις σε αλλουνού το ποτήρι. Δε θυμάμαι πόσες ήπιαμε. Θυμάμαι ότι ακούσαμε ελληνικά στο μπαρ. 2 κοπέλες από Ελλάδα. Ρίζες από Τρίκαλα. Μας γνωρίζουν και τα αγόρια τους. Είναι οι μπάρμεν. Από Μαυροβούνιο. Δε θυμάμαι να ξαναπερίμενα τα ρέστα.
Το κλαμπάκι κλείνει στις 3. Έχουμε κάνει κεφάλι. Πηγαίνουμε σε ένα γυράδικο με ελληνικό όνομα. Χτυπάμε ένα γύρο. Τελικά είναι Σύριοι αυτοί που το δουλεύουν.
Πιέζουμε το Σουηδό να μας πάει και αλλού. Περπατάμε ανάμεσα σε μεθυσμένους και μεθυσμένες σε ένα πεζόδρομο. Σταματάω και κοιτάζω μια κοπελιά λιπόθυμη από το αλκοόλ. Ένας μπάτσος μπαίνει μπροστά μου. Προτάσσει το στήθος του. Μου μπαίνει η ιδέα να του τραβήξω μια μπουνιά και να αρχίσω να τρέχω. Με προλαβαίνει η φωνή του Κώστα.
Φτάνουμε στο πλωτό κλαμπ. Στην ουρά μας κόβει ο μπράβος. Τρώμε πόρτα. Εμείς και ακόμα μερικές ψωλές. Ο σουηδός μας έχει πάει ήδη να βρει ταξί. Η "πόρτα" εκεί δεν είναι συζητήσιμη.
Έχουμε κολλήσει στον μπράβο με τον Κώστα. Ο κακός και ο καλός τουρίστας. Εγώ τον ρωτάω ποιος νομίζει πώς είναι και επειδή τον βάλανε εκεί θα μας απαγορεύει να μπούμε και να πα 'να γαμηθεί. Από το άλλο αυτί ο Κώστας του έχει τάξει γυναίκες και ονειρεμένες παραλίες στα ελληνικά νησιά και ποτά στα μπαρ της Αθήνας. Δεν ξέρω τι δούλεψε. Μπήκαμε όλοι. Και εμείς και η ψωλοπαρέα των Σουηδών. Ο δικός μας ακόμα με ρωτάει τι είπαμε στον μπράβο.
Με το που μπήκα μέσα έπεσα σε μια κοπέλα. Αρχίσαμε το χαμούρεμα. Ιταλονορβηγίδα με γκόμενο Έλληνα ονόματι Ανδρέα και δεν ήταν σωστό αυτό που κάναμε. Με τον Κώστα χαθήκαμε μέσα εκεί. Την επόμενη έμαθα ότι κερνούσε σφηνάκια σε κάτι Σέρβους που ήταν η παρέα του κερατά του Ανδρέα.
Το κλείσιμο με βρήκε χωρίς φωτογραφική. Μου την έφαγαν. Ανεβαίνουμε στο ταξί και γυρνάμε σπίτι. Μας ακούει να μιλάμε ο ταρίφας και σκαλίζει κάτι σιντί. Ακούγεται δυνατά από τα ηχεία η φωνή του Καρρά. Στο διάολο η κάμερα. Εδώ είναι Βαλκάνια ρε. Μέσα στη Στοκχόλμη.
Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013
Δεν έχουν γνώση οι φύλακες
Αυτό το βλέμμα δε λέει να βγει από το μυαλό μου. Ένα βλέμμα γεμάτο μίσος. Μίσος και οργή.
Δεν το φοβάμαι όμως. Δεν είμαι εγώ ο αποδέκτης του. Δεν κοιτάνε εμένα αυτά τα μάτια. Τους βασανιστές του κοιτάνε. Τα παπαγαλάκια της Εξουσίας με τα μικρόφωνα. Τους δολοφόνους του φίλου του. Την Εξουσία την ίδια. Αυτούς κοιτάνε.
Απορώ. Δεν μπορώ να καταλάβω την Εξουσία. Σκοτώνουν ένα παιδί. Ο φίλος του παίρνει όπλο. Βασανίζουν αυτό με το όπλο.
Έχουν την εντύπωση ότι το επόμενο θα διστάσει να πατήσει τη σκανδάλη;
Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013
Ανθρωπάκι από άμμο
Σε 'σένα μιλάω που με κοιτάς μέσα από την κουκούλα.
Σε 'σένα πιστό σκυλί των αφεντικών σου.
Σε 'σένα που κάνεις παρέα μόνο με τους ομοίους σου.
Σε 'σένα που βλέπεις όλη την κοινωνία να σε φτύνει.
Σε 'σένα που κρατάς πολεμικό οπλισμό σαν προέκταση του φαλλού σου.
Σε 'σένα που χτυπάς με μίσος όποιον στέκεται μπροστά σου στο δρόμο.
Σε 'σένα που προτιμάς τη χούντα από την ελευθερία.
Σε 'σένα που βλέπεις με συμπάθεια το ναζισμό.
Σε 'σένα που έχεις συνειδητά αποφασίσει από ποια μεριά θα είσαι.
Σε 'σένα πιστό σκυλί των αφεντικών σου.
Σε 'σένα που κάνεις παρέα μόνο με τους ομοίους σου.
Σε 'σένα που βλέπεις όλη την κοινωνία να σε φτύνει.
Σε 'σένα που κρατάς πολεμικό οπλισμό σαν προέκταση του φαλλού σου.
Σε 'σένα που χτυπάς με μίσος όποιον στέκεται μπροστά σου στο δρόμο.
Σε 'σένα που προτιμάς τη χούντα από την ελευθερία.
Σε 'σένα που βλέπεις με συμπάθεια το ναζισμό.
Σε 'σένα που έχεις συνειδητά αποφασίσει από ποια μεριά θα είσαι.
Θέλω να σου πω ότι η σύγκρουση θα είναι σφοδρή. Μην επαναπαύεσαι. Μη χαίρεσαι. Μην ειρωνεύεσαι. Η σύγκρουση θα είναι σφοδρή. Και τότε δε θα υπάρχει διέξοδος. Θα μιλήσει τότε η μαμή της ιστορίας. Και τότε θα είσαι ο πρώτος που θα αντιμετωπίσει το κύμα στο δρόμο. Και ο πρώτος που θα τσακιστεί.
Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013
Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012
Συ μας μάρανες
Πήρα τη Μητροπόλεως και άρχισα να βαδίζω αργά. Είναι άλλος κόσμος εδώ; Γυαλισμένες βιτρίνες, λαμπερά μαγαζιά, εξωφρενικές τιμές πάνω σε ρούχα και κάθε είδους διακοσμητική μαλακίτσα. Κόσμος που περιμένει να κάτσει σε καφετέρια που πιθανότατα θεωρείται πολύ "in". Καλοντυμένες κυρίες με 4-5 τσάντες από αγορές. Οικογένειες με χαρούμενα παιδάκια που πάνε προς Αριστοτέλους. Ο δήμος έχει οργανώσει το καθιερωμένο κιτσ γιορτινό καρναβάλι των ημερών. Ζαχαροπλαστεία γεμάτα φως και μυρωδιές. Ένα μάλιστα έχει μια κοπέλα να παίζει ζωντανά κομμάτια κλασικής μουσικής όσο οι πελάτες σκέφτονται τι θα μασαμπουκιάσουν. Αναρωτιέμαι σε ποια χώρα είμαι. Μια χαρά φαίνονται όλα εδώ. "Είμαι στην ίδια χώρα;"
Χαλάει η όλη εικόνα με ένα άδειο μαγαζί και ένα "ΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ" κολλημένο πάνω του. Ένας παππούς σταματάει μπροστά σε έναν κάδο και κοιτάει μέσα. Επανέρχομαι στην πραγματικότητα. "Εδώ είσαι ακόμα. Δεν άλλαξε τίποτα". Μάλλον βαδίζω στο δρόμο που κυκλοφορεί η ευτυχισμένη και κερδισμένη από την όλη κατάσταση μειοψηφία. Ένας με ακορντεόν πιο κάτω παίζει έναν γνώριμο βαλκανικό σκοπό. "Εδώ είναι Βαλκάνια". Ευτυχώς είμαστε ακόμα στο ευρώ και του έδωσα μισό, καρντάσι μου.
Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012
Γροθιά ρε!
Φασισμός. Ναζισμός. Ακούγονται πολύ τελευταία καρντάσι μου αυτοί οι όροι. Τι είναι για'μένα; Ένα μάτσο κωλόπαιδα, ένα μάτσο τσογλάνια που τους πειράζει ο άλλος, που ψάχνουν θύματα για να καλύψουν τον κομπλεξισμό τους, που με τις πλάτες του κράτους το παίζουν μάγκες, που παραπλανούν εσκεμμένα από τις αληθινές αιτίες της παρούσας κατάστασης.
Φόβο; Ε όχι και φόβο για αυτά ρε καρντάσι. Όχι και φόβο για ένα μάτσο ξυρισμένα χαζά. Φόβος υπάρχει όταν το ίδιο το κράτος ξεπερνάει σε φασισμό τους φασίστες. Όταν το κράτος διδάσκει φασισμό. Όταν το κράτος βγάζει ένστολα τάγματα ασφαλείας και βασανίζει μετανάστες και ντόπιους. Αυτό είναι φόβος.
Φόβος όμως για να αντιληφθείς, να συνειδητοποιήσεις, όχι να κολώσεις. Να κάνουμε πίσω;
Όχι ρε καρντάσι μου, δεν είναι ώρα να κάνουμε πίσω. Είναι ώρα ο φόβος να γίνει σπίθα στα μάτια. Να κατεβούμε μαζί στο δρόμο και να περπατήσουμε πλάι-πλάι. Να νιώσεις τη δύναμη να βγαίνει μέσω της φωνής από το στέρνο μου και εγώ από το δικό σου. Όχι, δεν είναι ώρα για φόβους. Είναι μικρή η απόσταση από το φόβο στο θάρρος. Ένα βήμα είναι. Ένα βήμα στο δρόμο. Πλάι πλάι μαζί. Να φωνάζεις εσύ και εγώ να σφίγγω το ζερβό. Και όταν φωνάζω εγώ, εσύ καρντάσι μου να έχεις σφιχτή την αριστερή γροθιά ψηλά. Να δείχνει τον ουρανό.
Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012
Μια νύχτα με μπλε φόντο
Ακούγονται σειρήνες. Τώρα ακούγονται κρότοι. Μπάτσοι κυνηγάνε δεκαπεντάχρονα. Η μπότα του κράτους τσαλαπατά τον ανθό αυτής της χώρας. Είναι αδιανόητο. Να σου καταστρέφουν τη ζωή, να τρων τα όνειρά σου, το μέλλον σου και να σε πατάνε στο λαιμό.
Οι τοίχοι αντιφεγγίζουν μπλε φως. Μαρσαρίσματα. Φωνές. Αναρωτιέμαι τι μέλλον έχει αυτός ο τόπος. Αν το αίμα είναι το μέλλον του.
Παραδίπλα από την είσοδο της πολυκατοικίας ένας μεσήλικας προσπαθεί να κλέψει ένα ποδήλατο που είναι αλυσοδεμένο σε μια κολόνα. Πάω κοντά και τον ρωτάω τι κάνει. Χωρίς να με κοιτάξει απομακρύνεται. Μονολογεί. "Σαχλαμάρες. Όταν πεινάς κάνεις σαχλαμάρες".
Κοινωνικός κανιβαλισμός. Έτσι ονομάζεται καρντάσι μου. Αυτό ζούμε.
Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012
I am a part of all that I have met.
I am part of all that i have met.
Alfred Tennyson
![]() |
| Τούρκος παππούς στο καραβάκι για Kadikoy http://flic.kr/p/91TPsA |
Ή αλλιώς είμαστε κατασκευάσματα των εμπειριών μας. Δεν έρχεται μόνο του καρντάσι μου. Για αυτό και εγώ σου μιλάω. Μήπως και μείνει τίποτα.
Θυμάμαι τον παππού μου. Αγωνιστής μια ζωή. Μεγάλωσε 3 παιδιά. Πέρασε τη ζωή του στα χωράφια και στα γελάδια. Στην Αλβανία πολέμησε το φασισμό. Στον εμφύλιο ήταν αγγελιοφόρος των ανταρτών. Στα γεράματα είχε αρχίσει να πηγαίνει στην εκκλησία. Ο πατέρας μου τον πείραζε για αυτό. Η απάντησή του μας έκανε και γελούσαμε. "Σωτήρη, στο ΚΑΠΗ έχει κρύο το πρωί, ενώ στην εκκλησία έχει σόμπα ζεστή από νωρίς. Μόλις τελειώσει η λειτουργία, έχει ζεστάνει και το ΚΑΠΗ και φεύγουμε".
Η μόνη πολιτική κουβέντα που κάναμε ποτέ ήταν μια φράση του: "Ποτέ μην ψηφίσεις δεξιά."
Η γιαγιά μου πάτησε αισίως τα 88 και πάει 89. Έχει πέσει αμέτρητες φορές και έχει σηκωθεί άλλες τόσες. Κυριολεκτικά μιλάω. Από αυτές τις γιαγιάδες που μπορείς να κάθεσαι αραχτός στον καναπέ και να της ζητάς ένα ποτήρι νερό και να σηκώνεται να στο φέρνει, ενώ ίσα ίσα που ισορροπεί με το μπαστούνι. Ψυχούλα με όλη την έννοια της λέξης. Αυτή δεν είχε ποτέ σχέση με την πολιτική. Η γλώσσα της όμως την προδίδει. Από το ένα το αυτί είναι σχεδόν κουφή. Ένας ταγματασφαλίτης την κυνήγησε και τη χτύπησε μέσα στην κοινότητα του χωριού. Τέτοιο χαστούκι που μάτωσε από το αυτί. Ποτέ δε μας είπε την ιστορία ολόκληρη. Ούτε εμείς πιέσαμε να μάθουμε. Η αφέλειά της όμως και η λανθάνουσα γλώσσα της τα μαρτυράνε όλα: "οι ταγματαλήτες" λέει και δεν καταλαβαίνει το λάθος της. Καταλαβαίνουμε και εμείς.
Για αυτό σου λέω καρντάσι μου. Είμαστε δημιούργημα των εμπειριών μας.
Τρίτη 14 Αυγούστου 2012
Σάρκινος λόγος (απόσπασμα)
θα μου ζητήσουν, κάποτε, όταν φύγεις, τη φωνή τους.
Όμως εγώ δε θα χω πια φωνή να τα μιλήσω. Γιατί εσύ
συνήθιζες πάντα να περπατάς γυμνόποδη στις κάμαρες,
κι ύστερα μαζευόσουν στο κρεβάτι
ένα κουβάρι πούπουλα, μετάξι κι άγρια φλόγα.
Σταύρωνες τα χέρια σου
γύρω στα γόνατα σου, αφήνοντας προκλητικά προτεταμένα
τα σκονισμένα σου ρόδινα πέλματα
Να με θυμάσαι μου λεγες έτσι-να με θυμάσαι
με τα λερωμένα πόδια μου
με τα μαλλιά μου ριγμένα στα μάτια μου -
γιατί έτσι βαθύτερα σε βλέπω. Λοιπόν
πώς νάχω πια φωνή;
Ποτέ της η Ποίηση δεν περπάτησε έτσι
κάτω από τις πάλλευκες ανθισμένες μηλιές
κανενός Παραδείσου.
(Ρίτσος, Τα Ερωτικά , σ.112)
Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012
Η αγαπημένη (Paul Eluard)
Είναι όρθια πάνω στα ματόκλαδά μουκαι τα μαλλιά της είναι μέσα στα δικά μου,
έχει το σχήμα των χεριών μου,
έχει το χρώμα των ματιών μου,
καταποντίζεται μες στον ίσκιο μου
όπως μια πέτρα στον ουρανό.
Αυτή έχει πάντοτε τα μάτια ανοιχτά
και δεν μ'αφήνει να κοιμηθώ.
Τα όνειρά της πλημμυρισμένα φως
κάνουν να εξατμίζονται οι ήλιοι,
με κάνει και γελάω κλαίω και γελάω,
μιλάω χωρίς να έχω τίποτα να πω.
(Paul Eluard, Ποιήματα, μετάφραση Σπύρου Αλ. Γκίνη, Εκδόσεις Καστανιώτη)
Τρίτη 7 Αυγούστου 2012
Πονοκέφαλος σε λέω!
Έχω αρχίσει να ανησυχώ καρντάσι μου. Με ανεβαίνει η πίεση τελευταία. Λίγο τα νέα να δω και με πιάνει. Λες να έχω υπέρταση από τα πρώτα άντα; Ναι, ρε καρντάσι μου πήγα διακοπές. Ναι, χαλαρά και έτσι. Ναι, παραλία 8 ευρά η ομπρέλα. Και η βενζίνα στο 1,90. Με έφτασαν για να φτάσω πάντως.
Σήμερα άκουσα ότι κάτι ανέκδοτα είπε ο Δένδιας. Ναι, αυτός ο ψηλός που μοιάζει με χρυσαυγίτη. Όχι ρε καρντάσι, δεν είναι. Μπερδεύεσαι επειδή είναι και αυτός τούβλο. Ναι, είπε ότι οι Δωριείς κάναν εισβολή στην Ελλάδα. Ναι, κατάλαβες; Δηλαδή ήμασταν εμείς οι έλληνες ήδη από τότε εδώ και ήρθαν οι Δωριείς ως μετανάστες. Και κάναμε και τότε στρατόπεδα συγκέντρωσης για αυτούς. Όχι ότι είμαστε φύλο τους. Όχι...
Ω ρε καρντάσι καλή η πλάκα αλλά πάλι με πόνεσε το κεφάλι. Και σένα; Κολλητικό είναι ρε; Άντε πες τίποτα το χαλαρό. Ναι, ρε για τους ολυμπιακούς! Τι γίνεται;Θα πάρουμε κάνα μετάλλιο ή πούλο; Θυμάσαι τότε το 2004 που σαρώσαμε τα χρυσά; Είχαμε και το Βενιζέλο με την Αγγελοπούλου... και Φοίβο και Αθηνά... ώ ρε μάσα που είχε πέσει. Τιμημένες εποχές Σημίτη. Θυμάσαι την πορεία ενάντια στην ολυμπιάδα; Ήμασταν 1000 νοματαίοι από όλη την Ελλάδα;
Έλα σκάσε και μη μιλάς άλλο καρντάσι. Κοίτα τη θάλασσα. Θέλει και παιδί η άλλη. Θα της πάρω ένα φίκο.
Τρίτη 24 Ιουλίου 2012
Το μαύρο πουλί
Στην Χ.Κ.
Το μαύρο πουλί που διαρκώς με καταδιώκει έρχε-ται και πετά από πάνω μου τις πιο απροσδόκητεςστιγμές·όχι μόνο τις νύχτες και τη βαρυχειμωνιά,όπου φυσιολογικά έχει τη θέση του, αλλά και τοκατακαλόκαιρο, στις πιο λαμπρές λιακάδες, σε
παραλίες και τοπία ονειρεμένα, σε στιγμές ανείπωτα όμορφες, υπενθυμίζοντάς μου σαδιστικά πως αυτό θα πει την τελευταία λέξη.
Το ποίημα "Το μαύρο πουλί" το επέλεξα μέσα από το "Νύχτες που μυρίζαν θάνατο" του Κώστα Δεσποινιάδη, εκδόσεις Πανοπτικόν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






