TuneList - Make your site Live

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Σιρόπι για την ομάδα

15-16 χρονών ήμουν. Ο πατέρας μου είχε αρχίσει να αγχώνεται. Από όλες τις εφημερίδες στο περίπτερο αγόραζα τον "Παοκτσή". Μόνο αυτό διάβαζα. Μπουφάν φλάι, αρβύλες (ως μεταλάς), κονκάρδες του ΠΑΟΚ μαζί με κονκάρδες από μέταλ συγκροτήματα στο μανίκι. Μη φανταστείς καρντάσι μου ότι πήγα σε πολλούς αγώνες. Δεν πρόλαβα. 4-5 να πήγα. Πήγαινα στην 4Α. Από τη στιγμή που ήθελα φανατιλίκια εκεί έπρεπε να πάω. Εκεί γινόταν χαμός. Θα σου πω όμως πώς σταμάτησα να πηγαίνω. Παίζαμε με την ΑΕΚ. Στη θύρα μας πήγαινε από χέρι σε χέρι ένα μεγάλο μπουκάλι. Τσίπουρο ή ούζο ήταν. Κάποια στιγμή μου το πάσαρε ο διπλανός μου. Εγώ τότε δεν έπινα ούτε μπίρα. Αλλά ήπια δυο γουλιές. Αφού ήμουν ένας από αυτούς, δεν μπορούσα να πω όχι. Δε θυμάμαι πόσο έληξε ο αγώνας. Δε θυμάμαι πώς γύρισα σπίτι μου. Θυμάμαι μόνο ότι έβλεπα κάποια στιγμή το γήπεδο να κυματίζει. Ολόκληρο το γήπεδο καρντάσι μου, με το γρασίδι. Θυμάμαι ότι όταν έφτασα σπίτι κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και κλείστηκα στο δωμάτιο και έπεσα στο κρεβάτι. Θυμάμαι ότι το βράδυ δεν κοιμήθηκα, γιατί έβλεπα νάνους να προσπαθούν να ανεβούν στο κρεβάτι μου. Γελάς καρντάσι, ε; Εγώ κόντεψα να τρελαθώ τότε. Μετά από πολλά χρόνια που είπα σε γνωστούς την ιστορία, μου είπαν διάφορες εκδοχές για το τι μπορεί να είχαν βάλει στο μπουκάλι. Σήμερα μετά από κοντά 17-18 χρόνια από τότε έμαθα ότι αυτό το λένε "σιρόπι" οι γηπεδικοί.  Εμένα μου έκανε καλό το περιστατικό. Το σιρόπι όμως του φανατισμού δεν έχει σταματήσει. Καλά κρατεί. Και όσο υπάρχει χούντα θα γίνεται όλο και πιο γλυκό.

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Λεκιασμένο σεντόνι

Ήταν το 1998. Πρέπει να ήμουν Β' Λυκείου. Είχα φροντιστήριο στην πόλη αλλά έμενα στο χωριό, οπότε είχα ξεκινήσει το δρόμο του γυρισμού, να πάω δηλαδή προς τα ΚΤΕΛ στο Βαρδάρι. Απορροφημένος στις σκέψεις, σκέψεις ενός εφήβου με ο,τι μπορεί αυτό να περιλαμβάνει, δεν παρατήρησα το πλήθος που είχε μαζευτεί στο πεζοδρόμιο. Έπρεπε να φτάσω αρκετά κοντά για να καταλάβω ότι κάτι συμβαίνει. Αρκετός κόσμος και μπάτσοι παντού. Και κορδέλες. Δε μας άφηναν να δούμε τι γίνεται. Μπροστά μου καθόταν ένας δίμετρος μπάτσος που ένωνε τις πλάτες του με τους υπόλοιπους, ώστε να μην μπορεί κανείς να δει, αλλά και να φοβάται να πλησιάσει. Με την αφέλεια της ηλικίας τον ρώτησα τι έγινε περιμένοντας  μια ειλικρινή απάντηση. "Τι να σου λέω τώρα" μου αποκρίθηκε. Γύρισα να φύγω. Είχαν κλείσει έτσι το πεζοδρόμιο που έπρεπε να βγω στο δρόμο. Κι όμως στρίβοντας για τελευταία φορά το κεφάλι κατάφερα να διακρίνω κάτι. Ένα σεντόνι. Ένα λευκό σεντόνι.

Στο σπίτι είχα ξεχάσει κιόλας τι συνάντησα. Ασχολήθηκα με το διάβασμα (και καλά), άκουσα μουσική, ετοιμάστηκα για ύπνο. Μέχρι που άκουσα τον πατέρα μου να σχολιάζει τις ειδήσεις. "Το φάγαν το παιδάκι" είπε και κατέβηκα να δω για τι πράγμα μιλάει. Νομίζω ότι τότε είχα ένα από τα πρώτα σοκ στη ζωή μου. Τότε που κατάλαβα ότι κάτω από το σεντόνι ήταν το πτώμα ενός συνομηλίκου μου, ενός σέρβου μαθητή. Πυροβολημένο από το όπλο αστυνομικού. Δεν καταλάβαινα το γιατί. Όχι ότι τώρα καταλαβαίνω. Θυμάμαι το πόσο άλλαξε μέσα μου η απάντηση του μπάτσου στο τι έγινε. Σκέφτηκα ότι απέφευγε τη σωστή απάντηση: "Πυροβολήσαμε ένα παιδί σαν εσένα. Έτσι." Το βράδυ εκείνο το πέρασα αναστατωμένος. Είχα ερωτήσεις και δεν έβρισκα απαντήσεις. Πέρασε βέβαια το ίδιο γρήγορα όπως και όλα σε εκείνη την ηλικία.

Προχτές όμως το ονειρεύτηκα. Ναι, το όλο σκηνικό. Είδα ξανά τον κόσμο, τους μπάτσους, το σεντόνι. Και καθώς έκανα να φύγω από κει άρχισε να με κυνηγάει. Δεν κατάλαβα τι ακριβώς. Αν ήταν οι μπάτσοι που με κυνηγούσαν, το σεντόνι ή ο νεκρός. Ξέρω μόνο ότι θέλω να το πω. 
Το όνομά του ήταν Marko Bulatovic. Αν ζούσε σήμερα θα ήταν στην ηλικία μου.


Πληροφορίες για το συμβάν: http://www.crimestories.gr/index.php/crime-database/item/download/39_54f356c8e7a8efa98ca48fdb128a49e6

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Αιχμάλωτοι πολέμου

Σπάνια πίνω. Ακόμα πιο σπάνια νιώθω την ανάγκη να πιω. Η εικόνα όμως δε λέει να φύγει από το μυαλό μου. Νέοι άνθρωποι με τα χέρια στο κεφάλι προσαγάγονται από πάνοπλους αστυνομικούς. Η απειλή αυτής της χώρας. Τα χέρια στο κεφάλι. Μου έρχεται συνειρμικά στο μυαλό μια φωτογραφία. Το φοβισμένο εβραιόπουλο που σηκώνει τα χέρια μπροστά στους πάνοπλους ναζί.

Η ελληνική κοινωνία ζει μια άνευ προηγουμένου νάρκη. Έχει από μόνη της σηκώσει τα χέρια ψηλά. Η σαδιστική συμπεριφορά των σωμάτων ασφαλείας του Κράτους δείχνει ακριβώς ποια θέλει να είναι η στάση των νέων αυτής της χώρας. Αυτών που αντιστέκονται. Που σκέφτονται. Να σηκώσουν τα χέρια ψηλά. Να δεχθούν τη μοίρα τους. Να υποταχθούν στην Εξουσία. 

Οπότε σου δίνει δύο επιλογές. Ή σηκώνεις τα χέρια μόνος σου ή στα σηκώνει αυτή με τη Βία. Εσύ ποια από τις δύο έχεις επιλέξει ραγιά; Ή τολμάς να σκεφτείς ότι υπάρχει και άλλη επιλογή;

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Οι χρονιές του κτήνους

Έχει 2 χρόνια που διάβασα το βιβλίο "Η χρονιά της ερήμου" του Pedro Mairal. Ο Αργεντίνος συγγραφέας περιέγραφε με έναν ιδιαίτερο τρόπο την κρίση που πέρασε η χώρα του. Θα έλεγα ότι ήταν κάπως σουρεαλιστικό.  

Καταστρεφόντουσαν τα κτίρια, οι τοίχοι, κάθε τι υλικό αρρώσταινε. Οι αλλαγές στην καθημερινότητα της πρωταγωνίστριας Μαρίας είναι ραγδαίες. Η βιαιότητα, η απανθρωπιά, η υποβάθμιση της αξίας της ζωής ήταν θυμάμαι κάποια στοιχεία που με έκαναν να έχω μια υποσυνείδητη στεναχώρια όσο το διάβαζα. Στο τέλος θεώρησα ότι ναι μεν η γραφή του είναι καλή, αλλά ότι τα παραλέει ή ότι τέλος πάντων αυτό το υπερεαλιστικό δεν ταιριάζει.

Και φτάσαμε 2013. Και το θυμήθηκα το βιβλίο. Παρατηρώ γύρω μου. Τη δική μου τη χώρα. Τα τελευταία 3 χρόνια. Και τελικά είχα άδικο. Αυτό που θεώρησα υπερεαλιστικό στον Mairal, είναι τελικά ρεαλισμός. Αυτό ζούμε. Τα κλειστά μαγαζιά που σαπίζουν. Η υποτίμηση των κοινωνικών παροχών. Τα κλειστά νοσοκομεία. Η υποβάθμιση της ζωής. Η άνοδος του φασισμού. Η βία. Η καταστολή. Τελικά είχα άδικο. Ο Mairal τα είχε ζήσει όλα αυτά πριν από εμάς. Και τα πέρασε σαν αλληγορία στο βιβλίο. Όλα γύρω μας σαπίζουν. Η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι ηθική και πολιτική. Και στο βιβλίο ο Mairal το δείχνει πολύ χαρακτηριστικά. Οι άνθρωποι αποκτηνώνονται. Τώρα καταλαβαίνω ότι αυτή η αποκτήνωση ήταν που με τρόμαζε και μου προκαλούσε τη στεναχώρια. Αυτός ο αγώνας για επιβίωση και όχι για ζωή. Απλά επιβίωση σε έναν αποκτηνωμένο κόσμο.

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Πού'σαι ρε μπάντιιι*...

Αυτές τις μέρες θυμήθηκα τον παππού μου. Μία από τις σπάνιες πολιτικές συζητήσεις που είχαμε κάνει ενώ ήμουν παιδί. Η συζήτηση ήταν της μίας πρότασης και εκεί έληξε. 

"Ποτέ μην ψηφίσεις δεξιά"

Και εγώ το πήρα τοις μετρητοίς.



*Μπάντι φώναζα τον παππού μου όταν ήμουν μικρός.

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Στους δεκαπέντε συντρόφους (Nazim Hikmet)

Δεν κλαιν τα μάτια
       που συνήθισαν
            φωτιές να βλέπουν.

Οι αγωνιστές
       περήφανα κρατούν ψηλά το αστέρι τους
                        δε σκύβουν
                              το κεφάλι

Καιρό
       να κλαίμε τους συντρόφους
               δεν έχουμε.

Αλλά το τρομερό σας κάλεσμα
        είναι μες στην ψυχή μας
              κ' οι δεκαπέντε σας καρδιές
                       θα χτυπούν μαζί μας.
Το σιγαλό βογγητό σας
       κρούει τ'αυτιά μας
              ως βροντή αντιλαλώντας
                      σαν προσκλητήριο.

Κόσμε που έχεις παλιώσει
        θα γίνης στάχτη
               είναι γραφτό σου
                      να συντριβής.
Και δε μπορείς
        σκοτώνοντας
             τους συναγωνιστές μας
                     να μας λυγίσης.
Ξέρε το
       κι αν ακόμη οι θυσίες μας
              θα'ναι βαρειές
                   νικητές θα βγούμε.

Μαύρη θάλασσα
        γαλήνεψε τα κύματά σου
               Θα 'ρθη κ' η μέρα
                      που λαχταρήσαμε
                              της ειρήνης
                                     και της ελευθερίας
                                            Θα 'ρθη η μέρα
                                                   που θ' αρπάξουμε
                                                           τις βαμμένες
                                                                   στο αίμα μας
                                                                             λόγχες.

Nazim Hikmet (1921)

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Ο Δρόμος

Μακρύς και άδειος δρόμος
Βαδίζω στο σκοτάδι, σκοντάφτω και πέφτω
Σηκώνομαι και βαδίζω τυφλός, τα πόδια μου
Πατούν στις πέτρες και στα ξεραμένα φύλλα
Κάποιος πίσω μου βαδίζει κι αυτός πάνω στις
        πέτρες και στα φύλλα:
Αν σταματήσω, σταματά κι αυτός
Αν τρέξω, τρέχει κι αυτός. Γυρίζω: κανείς
Όλα σκοτεινά και άδεια
Γυρίζω και ξαναγυρίζω σε αυτά τα στενά
Που δε βγάζουν πάντα στο δρόμο
Κανείς δε με περιμένει, κανείς δεν ακολουθεί
Ψάχνω έναν άνθρωπο που σκοντάφτει
Σηκώνεται μόλις με δει και λέει: κανείς


Octavio Paz


από το 
Σύντομα Ποιήματα
Επιλογή-Απόδοση Αντώνης Μακρυδημήτρης
Εκδόσεις Ταξιδευτής

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Här är Balkan

Δε θυμάμαι πότε ήταν.  Χειμώνας ήταν. Είχε πολύ κρύο. Νοέμβριος; Τότε νομίζω. Πήγα μαζί με τον συγκάτοικο. Τον Κώστα. Πήραμε αεροπλάνο και πήγαμε Στοκχόλμη. Είχα κανονίσει να μας φιλοξενήσει ένας Σουηδός. Είχε κανονίσει να δούμε κάτι φίλους του Έλληνες μετανάστες 2ης γενιάς.

Πόλη τρομερή. Αυτός ο γάμος πόλης και νερού είναι που χαρίζει αυτήν την ομορφιά. Και ο κόσμος όμορφος. Ποτέ δε μου άρεσαν οι ξανθιές. Εκεί άλλαξα γνώμη.

Πήγαμε στους γνωστούς του Κώστα. Είχε εστιατόριο ο φίλος. Αμάνικο, τατού, πρώην ποινικός, νυν εστιάτορας. Γαμώ τα παιδιά. Άρχιζε να μου θυμίζει ταινία του Fatih Akin.

Το βράδυ κανόνισε η αδερφή του φίλου να βγούμε έξω. Οπότε φέρνει τις 2 κολλητές της. Μία από Τουρκία και μια από Κουρδιστάν. 2ης γενιάς και αυτές. 

Έχουμε ορέξεις με τον Κώστα και αρχίζουμε να πίνουμε. Θυμάμαι κάναμε ένα σκωτζέζικο κόλπο. Για να πίνουμε πιο πολύ. Και ασύστολα. Ρίχναμε ένα κέρμα των 5 πεννών μέσα στο ποτήρι. Έπρεπε να πιεις την μπύρα μονορούφι για να σου έρθει το κέρμα στα χείλη. Και μετά είχες το δικαίωμα να το βάλεις σε αλλουνού το ποτήρι. Δε θυμάμαι πόσες ήπιαμε. Θυμάμαι ότι ακούσαμε ελληνικά στο μπαρ. 2 κοπέλες από Ελλάδα. Ρίζες από Τρίκαλα. Μας γνωρίζουν και τα αγόρια τους. Είναι οι μπάρμεν. Από Μαυροβούνιο. Δε θυμάμαι να ξαναπερίμενα τα ρέστα. 

Το κλαμπάκι κλείνει στις 3. Έχουμε κάνει κεφάλι. Πηγαίνουμε σε ένα γυράδικο με ελληνικό όνομα. Χτυπάμε ένα γύρο. Τελικά είναι Σύριοι αυτοί που το δουλεύουν.

Πιέζουμε το Σουηδό να μας πάει και αλλού. Περπατάμε ανάμεσα σε μεθυσμένους και μεθυσμένες σε ένα πεζόδρομο. Σταματάω και κοιτάζω μια κοπελιά λιπόθυμη από το αλκοόλ. Ένας μπάτσος μπαίνει μπροστά μου. Προτάσσει το στήθος του. Μου μπαίνει η ιδέα να του τραβήξω μια μπουνιά και να αρχίσω να τρέχω. Με προλαβαίνει η φωνή του Κώστα. 

Φτάνουμε στο πλωτό κλαμπ. Στην ουρά μας κόβει ο μπράβος. Τρώμε πόρτα. Εμείς και ακόμα μερικές ψωλές. Ο σουηδός μας έχει πάει ήδη να βρει ταξί. Η "πόρτα" εκεί δεν είναι συζητήσιμη.

Έχουμε κολλήσει στον μπράβο με τον Κώστα. Ο κακός και ο καλός τουρίστας. Εγώ τον ρωτάω ποιος νομίζει πώς είναι και επειδή τον βάλανε εκεί θα μας απαγορεύει να μπούμε και να πα 'να γαμηθεί. Από το άλλο αυτί ο Κώστας του έχει τάξει γυναίκες και ονειρεμένες παραλίες στα ελληνικά νησιά και ποτά στα μπαρ της Αθήνας. Δεν ξέρω τι δούλεψε. Μπήκαμε όλοι. Και εμείς και η ψωλοπαρέα των Σουηδών. Ο δικός μας ακόμα με ρωτάει τι είπαμε στον μπράβο.

Με το που μπήκα μέσα έπεσα σε μια κοπέλα. Αρχίσαμε το χαμούρεμα. Ιταλονορβηγίδα με γκόμενο Έλληνα ονόματι Ανδρέα και δεν ήταν σωστό αυτό που κάναμε. Με τον Κώστα χαθήκαμε μέσα εκεί. Την επόμενη έμαθα ότι κερνούσε σφηνάκια σε κάτι Σέρβους που ήταν η παρέα του κερατά του Ανδρέα.

Το κλείσιμο με βρήκε χωρίς φωτογραφική. Μου την έφαγαν. Ανεβαίνουμε στο ταξί και γυρνάμε σπίτι. Μας ακούει να μιλάμε ο ταρίφας και σκαλίζει κάτι σιντί. Ακούγεται δυνατά από τα ηχεία η φωνή του Καρρά. Στο διάολο η κάμερα. Εδώ είναι Βαλκάνια ρε. Μέσα στη Στοκχόλμη.

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Δεν έχουν γνώση οι φύλακες



Αυτό το βλέμμα δε λέει να βγει από το μυαλό μου. Ένα βλέμμα γεμάτο μίσος. Μίσος και οργή.

Δεν το φοβάμαι όμως. Δεν είμαι εγώ ο αποδέκτης του. Δεν κοιτάνε εμένα αυτά τα μάτια. Τους βασανιστές του κοιτάνε. Τα παπαγαλάκια της Εξουσίας με τα μικρόφωνα. Τους δολοφόνους του φίλου του. Την Εξουσία την ίδια. Αυτούς κοιτάνε.

Απορώ. Δεν μπορώ να καταλάβω την Εξουσία. Σκοτώνουν ένα παιδί. Ο φίλος του παίρνει όπλο. Βασανίζουν αυτό με το όπλο. 
Έχουν την εντύπωση ότι το επόμενο θα διστάσει να πατήσει τη σκανδάλη;

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Ανθρωπάκι από άμμο

Σε 'σένα μιλάω που με κοιτάς μέσα από την κουκούλα.
Σε 'σένα πιστό σκυλί των αφεντικών σου.
Σε 'σένα που κάνεις παρέα μόνο με τους ομοίους σου.
Σε 'σένα που βλέπεις όλη την κοινωνία να σε φτύνει.
Σε 'σένα που κρατάς πολεμικό οπλισμό σαν προέκταση του φαλλού σου.
Σε 'σένα που χτυπάς με μίσος όποιον στέκεται μπροστά σου στο δρόμο.
Σε 'σένα που προτιμάς τη χούντα από την ελευθερία.
Σε 'σένα που βλέπεις με συμπάθεια το ναζισμό.
Σε 'σένα που έχεις συνειδητά αποφασίσει από ποια μεριά θα είσαι.

Θέλω να σου πω ότι η σύγκρουση θα είναι σφοδρή. Μην επαναπαύεσαι. Μη χαίρεσαι. Μην ειρωνεύεσαι. Η σύγκρουση θα είναι σφοδρή. Και τότε δε θα υπάρχει διέξοδος. Θα μιλήσει τότε η μαμή της ιστορίας. Και τότε θα είσαι ο πρώτος που θα αντιμετωπίσει το κύμα στο δρόμο. Και ο πρώτος που θα τσακιστεί.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Πες τα Κώστα





Είναι η ομορφότερη
γυναίκα που έχω δει εδώ
και χρόνια.
Μου μιλά για τον Ντοστογιέφκσι,
τον Νίτσε, τον Κίρκεγκωρ
κι όλα όσα λάτρεψα στη ζωή μου.
Την ακούω με θαυμασμό·
δεν παύω όμως στιγμή 
να φαντάζομαι το μουνί της.

Ο άντρας, θεέ μου, είναι ένα κτήνος.

Κώστας Δεσποινιάδης

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Συ μας μάρανες

Πήρα τη Μητροπόλεως και άρχισα να βαδίζω αργά. Είναι άλλος κόσμος εδώ; Γυαλισμένες βιτρίνες, λαμπερά μαγαζιά, εξωφρενικές τιμές πάνω σε ρούχα και κάθε είδους διακοσμητική μαλακίτσα. Κόσμος που περιμένει να κάτσει σε καφετέρια που πιθανότατα θεωρείται πολύ "in". Καλοντυμένες κυρίες με 4-5 τσάντες από αγορές. Οικογένειες με χαρούμενα παιδάκια που πάνε προς Αριστοτέλους. Ο δήμος έχει οργανώσει το καθιερωμένο κιτσ γιορτινό καρναβάλι των ημερών. Ζαχαροπλαστεία γεμάτα φως και μυρωδιές. Ένα μάλιστα έχει μια κοπέλα να παίζει ζωντανά κομμάτια κλασικής μουσικής όσο οι πελάτες σκέφτονται τι θα μασαμπουκιάσουν. Αναρωτιέμαι σε ποια χώρα είμαι. Μια χαρά φαίνονται όλα εδώ. "Είμαι στην ίδια χώρα;"

Χαλάει η όλη εικόνα με ένα άδειο μαγαζί και ένα "ΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ" κολλημένο πάνω του. Ένας παππούς σταματάει μπροστά σε έναν κάδο και κοιτάει μέσα. Επανέρχομαι στην πραγματικότητα. "Εδώ είσαι ακόμα. Δεν άλλαξε τίποτα". Μάλλον βαδίζω στο δρόμο που κυκλοφορεί η ευτυχισμένη και κερδισμένη από την όλη κατάσταση μειοψηφία. Ένας με ακορντεόν πιο κάτω παίζει έναν γνώριμο βαλκανικό σκοπό. "Εδώ είναι Βαλκάνια". Ευτυχώς είμαστε ακόμα στο ευρώ και του έδωσα μισό, καρντάσι μου.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Γροθιά ρε!

Φασισμός. Ναζισμός. Ακούγονται πολύ τελευταία καρντάσι μου αυτοί οι όροι. Τι είναι για'μένα; Ένα μάτσο κωλόπαιδα, ένα μάτσο τσογλάνια που τους πειράζει ο άλλος, που ψάχνουν θύματα για να καλύψουν τον κομπλεξισμό τους, που με τις πλάτες του κράτους το παίζουν μάγκες, που παραπλανούν εσκεμμένα από τις αληθινές αιτίες της παρούσας κατάστασης.

Φόβο; Ε όχι και φόβο για αυτά ρε καρντάσι. Όχι και φόβο για ένα μάτσο ξυρισμένα χαζά. Φόβος υπάρχει όταν το ίδιο το κράτος ξεπερνάει σε φασισμό τους φασίστες. Όταν το κράτος διδάσκει φασισμό. Όταν το κράτος βγάζει ένστολα τάγματα ασφαλείας και βασανίζει μετανάστες και ντόπιους. Αυτό είναι φόβος. 

Φόβος όμως για να αντιληφθείς, να συνειδητοποιήσεις, όχι να κολώσεις. Να κάνουμε πίσω;

Όχι ρε καρντάσι μου, δεν είναι ώρα να κάνουμε πίσω. Είναι ώρα ο φόβος να γίνει σπίθα στα μάτια. Να κατεβούμε μαζί στο δρόμο και να περπατήσουμε πλάι-πλάι. Να νιώσεις τη δύναμη να βγαίνει μέσω της φωνής από το στέρνο μου και εγώ από το δικό σου. Όχι, δεν είναι ώρα για φόβους. Είναι μικρή η απόσταση από το φόβο στο θάρρος. Ένα βήμα είναι. Ένα βήμα στο δρόμο. Πλάι πλάι μαζί. Να φωνάζεις εσύ και εγώ να σφίγγω το ζερβό. Και όταν φωνάζω εγώ, εσύ καρντάσι μου να έχεις σφιχτή την αριστερή γροθιά ψηλά. Να δείχνει τον ουρανό.

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Μια νύχτα με μπλε φόντο

Ακούγονται σειρήνες. Τώρα ακούγονται κρότοι. Μπάτσοι κυνηγάνε δεκαπεντάχρονα. Η μπότα του κράτους τσαλαπατά τον ανθό αυτής της χώρας.  Είναι αδιανόητο. Να σου καταστρέφουν τη ζωή, να τρων τα όνειρά σου, το μέλλον σου και να σε πατάνε στο λαιμό.
Οι τοίχοι αντιφεγγίζουν μπλε φως. Μαρσαρίσματα. Φωνές. Αναρωτιέμαι τι μέλλον έχει αυτός ο τόπος. Αν το αίμα είναι το μέλλον του. 
Παραδίπλα από την είσοδο της πολυκατοικίας ένας μεσήλικας προσπαθεί να κλέψει ένα ποδήλατο που είναι αλυσοδεμένο σε μια κολόνα. Πάω κοντά και τον ρωτάω τι κάνει. Χωρίς να με κοιτάξει απομακρύνεται. Μονολογεί. "Σαχλαμάρες. Όταν πεινάς κάνεις σαχλαμάρες". 

Κοινωνικός κανιβαλισμός. Έτσι ονομάζεται καρντάσι μου. Αυτό ζούμε.

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

I am a part of all that I have met.

I am part of all that i have met.
Alfred Tennyson

Τούρκος παππούς στο καραβάκι για Kadikoy
http://flic.kr/p/91TPsA
Ή αλλιώς είμαστε κατασκευάσματα των εμπειριών μας. Δεν έρχεται μόνο του καρντάσι μου. Για αυτό και εγώ σου μιλάω. Μήπως και μείνει τίποτα.

Θυμάμαι τον παππού μου. Αγωνιστής μια ζωή. Μεγάλωσε 3 παιδιά. Πέρασε τη ζωή του στα χωράφια και στα γελάδια. Στην Αλβανία πολέμησε το φασισμό. Στον εμφύλιο ήταν αγγελιοφόρος των ανταρτών. Στα γεράματα είχε αρχίσει να πηγαίνει στην εκκλησία. Ο πατέρας μου τον πείραζε για αυτό. Η απάντησή του μας έκανε και γελούσαμε. "Σωτήρη, στο ΚΑΠΗ έχει κρύο το πρωί, ενώ στην εκκλησία έχει σόμπα ζεστή από νωρίς. Μόλις τελειώσει η λειτουργία, έχει ζεστάνει και το ΚΑΠΗ και φεύγουμε".
Η μόνη πολιτική κουβέντα που κάναμε ποτέ ήταν μια φράση του: "Ποτέ μην ψηφίσεις δεξιά." 

Η γιαγιά μου πάτησε αισίως τα 88 και πάει 89. Έχει πέσει αμέτρητες φορές και έχει σηκωθεί άλλες τόσες. Κυριολεκτικά μιλάω. Από αυτές τις γιαγιάδες που μπορείς να κάθεσαι αραχτός στον καναπέ και να της ζητάς ένα ποτήρι νερό και να σηκώνεται να στο φέρνει, ενώ ίσα ίσα που ισορροπεί με το μπαστούνι. Ψυχούλα με όλη την έννοια της λέξης. Αυτή δεν είχε ποτέ σχέση με την πολιτική. Η γλώσσα της όμως την προδίδει. Από το ένα το αυτί είναι σχεδόν κουφή. Ένας ταγματασφαλίτης την κυνήγησε και τη χτύπησε μέσα στην κοινότητα του χωριού. Τέτοιο χαστούκι που μάτωσε από το αυτί. Ποτέ δε μας είπε την ιστορία ολόκληρη. Ούτε εμείς πιέσαμε να μάθουμε. Η αφέλειά της όμως και η λανθάνουσα γλώσσα της τα μαρτυράνε όλα: "οι ταγματαλήτες" λέει και δεν καταλαβαίνει το λάθος της. Καταλαβαίνουμε και εμείς. 
Για αυτό σου λέω καρντάσι μου. Είμαστε δημιούργημα των εμπειριών μας.